ΠΑΝΘΗΡΑΣ * 29

* Ιστοσελίδα Ενημέρωσης Της Μαχόμενης Αριστεράς Για Τον ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟ * Για επικοινωνία : thanasis.ane@gmail.com * Οι δημοσιεύσεις δεν εκφράζουν και τις απόψεις της ιστοσελίδας * Αριστερά και Ενιαίο Μέτωπο Ενάντια στην Βαρβαρότητα*

Τετάρτη 23 Φεβρουαρίου 2022

Τι Σηματοδοτεί Η Αναγνώριση Των Δημοκρατιών Του Ντονμπάς Από Τον Πούτιν

 Άρθρο-ανάλυση που περιέχει τις βασικές εκτιμήσεις της Γραμματείας της Διεθνούς Μαρξιστικής Τάσης (IMT) για όσα συμβαίνουν αυτές τις μέρες στην Ουκρανία.

 

 Φρεντ Γουέστον

Ο Ρώσος Πρόεδρος Βλαντιμίρ Πούτιν αναγνώρισε την ανεξαρτησία της Λαϊκής Δημοκρατίας του Ντόνετσκ και του Λουγκάνσκ (DPR και LPR) στη Νοτιοανατολική Ουκρανία και έστειλε ρωσικές «ειρηνευτικές» στρατιωτικές δυνάμεις και στις δύο περιοχές. Αυτό αποτελεί μια σημαντική κλιμάκωση της σύγκρουσης μεταξύ της Ρωσίας και του δυτικού ιμπεριαλισμού. Ποια συμφέροντα κρύβονται πίσω από τη σύγκρουση και ποια πρέπει να είναι η θέση του διεθνούς εργατικού κινήματος;

Η Δύση έχει ήδη ανακοινώσει ότι θα απαντήσει με οικονομικές κυρώσεις για τις οποίες είχε ήδη προειδοποιήσει. Ο ιμπεριαλισμός των ΗΠΑ, το ΝΑΤΟ, η Ευρωπαϊκή Ένωση και το Ηνωμένο Βασίλειο έχουν παραπονεθεί πως οι αποφάσεις του Πούτιν αποτελούν «παραβίαση της κυριαρχίας της Ουκρανίας» και «κατάφωρη ασέβεια προς το διεθνές δίκαιο και τους κανόνες». Αυτό είναι εντελώς υποκριτικό. Οι χώρες που τώρα καταγγέλλουν τις ενέργειες της Ρωσίας έχουν λάβει και οι ίδιες ακριβώς τα ίδια μέτρα στο παρελθόν.

Ας μην ξεχνάμε ότι ήταν ο δυτικός ιμπεριαλισμός που εξώθησε στη διάλυση τη Γιουγκοσλαβία το 1992. Τότε δεν γινόταν λόγος για «εθνική κυριαρχία», και ο λόγος ήταν ξεκάθαρος: ήταν προς το συμφέρον τους να διαλύσουν την πρώην Γιουγκοσλαβία για να ανακτήσουν τις παλιές σφαίρες επιρροής τους. Ήταν μια εντελώς αντιδραστική κίνηση που πυροδότησε έναν εμφύλιο πόλεμο και μία εθνοκάθαρση στην καρδιά της Ευρώπης. 
 
Υποκρισία

Ο ιμπεριαλισμός των ΗΠΑ και οι Ευρωπαίοι εταίροι του μιλούν τώρα για την ανάγκη να σεβαστεί η Ρωσία την «εθνική κυριαρχία», παρουσιάζοντας τους εαυτούς τους ως υποστηρικτές της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Μήπως πρέπει να ξεχάσουμε το γεγονός ότι δεν είχαν κανένα ενδοιασμό στο παρελθόν να βομβαρδίσουν και να εισβάλουν σε κυρίαρχες χώρες; Είναι ειδικοί στην οργάνωση στρατιωτικών πραξικοπημάτων και γενικά στην ανάμειξη στις υποθέσεις άλλων χωρών – όταν ωφελεί τα συμφέροντά τους. Το έχουμε δει από το Ιράκ μέχρι το Αφγανιστάν, από την Ονδούρα μέχρι τη Βενεζουέλα, από τη Λιβύη έως τη Σομαλία και από μια μεγάλη λίστα άλλων χωρών. Και όταν δεν τους συμφέρει, κάνουν τα στραβά μάτια. Το βλέπουμε αυτό στην Υεμένη, όπου επετράπη στη Σαουδική Αραβία να συντρίψει ένα ολόκληρο έθνος και να οδηγήσει στη λιμοκτονία εκατομμύρια ανθρώπους. Κι αυτό γιατί η Σαουδική Αραβία είναι φίλος του δυτικού ιμπεριαλισμού, ενώ η Ρωσία όχι!

Από τη σκοπιά των συμφερόντων των εργαζομένων σε όλες τις χώρες, δεν πρέπει να μας ξεγελάει το παιχνίδι που παίζεται για το «ποιος το ξεκίνησε» ή ποιος φταίει για την παρούσα σύγκρουση. Υπάρχουν ιμπεριαλιστικές επιδιώξεις και από τις δύο πλευρές. Από την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991, ο ιμπεριαλισμός των ΗΠΑ και οι Ευρωπαίοι σύμμαχοί του στο ΝΑΤΟ έχουν καταπατήσει αυτό που ήταν η πρώην ρωσική σφαίρα επιρροής, φέρνοντας σταδιακά τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης στη συμμαχία τους.

Η Ουκρανία είναι υποψήφια για μελλοντική ένταξη στο ΝΑΤΟ και είναι απολύτως σαφές σε όποιον έχει μάτια να δει ότι η επέκταση της ιμπεριαλιστικής αυτής συμμαχίας έχει σκοπό να περιορίσει τις ρωσικές ιμπεριαλιστικές φιλοδοξίες στην περιοχή. Είναι, δηλαδή, ένα μέσο περιορισμού της ρωσικής αστικής τάξης και προώθησης των συμφερόντων του δυτικού ιμπεριαλισμού. Αν το ΝΑΤΟ δεν επέμενε να επεκταθεί προς τα ανατολικά, δεν θα αντιμετωπίζαμε την πιθανότητα ενός νέου πολέμου στην Ευρώπη. Αλλά αυτό είναι το ίδιο με το να λέμε: αν το ΝΑΤΟ δεν ήταν μια συμμαχία καπιταλιστικών δυνάμεων, που προωθούν τα δικά τους συμφέροντα, δεν θα ήμασταν σε αυτή τη θέση. Ο καπιταλισμός είναι ένα σύστημα που αναπόφευκτα «γεννάει» τον πόλεμο σε κάποιο στάδιο. Όταν οι κανονικές σχέσεις δεν επαρκούν, όταν ο «ειρηνικός ανταγωνισμός» δεν εξυπηρετεί πλέον τα συμφέροντα των εθνικών κυρίαρχων τάξεων, τότε ο πόλεμος γίνεται η επόμενη επιλογή.

Οι διάφορες «πολύχρωμες επαναστάσεις» που έχουμε δει στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης από το 1989-91 δεν ήταν έκφραση της βούλησης των λαών αυτών των χωρών. Μάλλον, ήταν αποτέλεσμα ελιγμών της Δύσης για την άνοδο καθεστώτων που θα διευκόλυναν την περαιτέρω διάλυση από ό,τι είχε απομείνει από την κρατική περιουσία, θα αποκτούσαν τον ιμπεριαλιστικό έλεγχο των τοπικών αγορών και θα διεύρυναν τη σφαίρα επιρροής της Δύσης, ενώ θα μείωναν την επιρροή της Ρωσίας. Δεν πρόκειται λοιπόν για μια σύγκρουση ανάμεσα σε μια «δημοκρατική» Δύση και έναν «δικτατορικό» Πούτιν, αλλά μια πάλη μεταξύ δύο αντίπαλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων για τον έλεγχο μιας περιοχής. Και όποτε ο δυτικός ιμπεριαλισμός ενεργεί με επιθετικό τρόπο, προσπαθεί πάντα να ρίξει την ευθύνη σε κάποιον άλλο, παρουσιάζοντας τον εαυτό του ως δύναμη για «ειρήνη και δημοκρατία».

Η ειρωνεία της κατάστασης είναι ότι κατά τη διεξαγωγή αυτού του ελιγμού, ο Πούτιν φαίνεται να ακολούθησε το εγχειρίδιο της Ουάσιγκτον για τέτοιες περιπτώσεις, όπως χαρακτηριστικά φαίνεται από το ό,τι αποκάλεσε τα ρωσικά στρατεύματα που εισέβαλαν στο Ντονμπάς ως «ειρηνευτικές δυνάμεις». Φαίνεται να μιμείται τη συμπεριφορά του αμερικανικού ιμπεριαλισμού όταν χρησιμοποίησε κυνικά τη δεινή θέση των Αλβανών του Κοσσυφοπεδίου για να βομβαρδίσει τη Σερβία, έναν παραδοσιακό σύμμαχο της Ρωσίας. Τώρα ο Πούτιν χρησιμοποιεί κυνικά τα δεινά του ρωσόφωνου λαού του Ντονμπάς για να αντεπιτεθεί στην Ουκρανία και τη Δύση γενικότερα, ενώ οι ΗΠΑ και οι ευρωπαϊκές δυνάμεις χύνουν κροκοδείλια δάκρυα για την παραβίαση του «διεθνούς δικαίου», μιας έννοιας που δεν έχει πραγματική ουσία. Οι διεθνείς σχέσεις στην εποχή του ιμπεριαλισμού δεν καθορίζονται από νόμους, αλλά από την οικονομική και στρατιωτική ισχύ.

Στη μακρά ομιλία για την δικαιολόγηση της αναγνώρισης των DPR και LPR, ο Πούτιν κατέστησε σαφή την αντιδραστική, σοβινιστική ιδεολογία που κρύβεται πίσω από αυτή την επέμβαση. Είπε πως η Ουκρανία είναι ένα τεχνητό έθνος που ξεριζώθηκε από το σώμα της Ρωσίας από τον Λένιν και τους Μπολσεβίκους. «Η σύγχρονη Ουκρανία δημιουργήθηκε εξ ολοκλήρου από τη Ρωσία, ή για να είμαστε πιο ακριβείς, από την μπολσεβίκικη κομμουνιστική Ρωσία», είπε. «Ο Λένιν και οι υποστηρικτές του το έκαναν με ωμό τρόπο, αποσπώντας ιστορικά εδάφη της Ρωσίας χωρίς να ρωτήσουν τα εκατομμύρια ανθρώπους που ζουν εκεί». Πρόσθεσε ότι «τώρα οι ευγνώμονες απόγονοι έχουν κατεδαφίσει μνημεία του Λένιν στην Ουκρανία. Αυτό το λένε αποκομμουνιστικοποίηση. Θέλετε την αποκομμουνιστικοποίηση; Λοιπόν, αυτό μας βρίσκει σύμφωνους. Αλλά δεν πρέπει να σταματήσετε στα μισά του δρόμου. Είμαστε έτοιμοι να σας δείξουμε τι σημαίνει γνήσια αποκομμουνιστικοποίηση για την Ουκρανία». Με αυτό ξεκαθάρισε ότι το πρότυπό του είναι αυτό της Αυτοκρατορικής Ρωσίας. Και με αυτόν τον τρόπο, αμφισβητεί την ίδια την ύπαρξη της Ουκρανίας, την οποία θεωρεί «δημιούργημα του Λένιν».

Είναι απολύτως σαφές ότι οι κινήσεις του Πούτιν δεν υποκινούνται από τα δεινά των Ρώσων στην Ουκρανία, ούτε από τον λαό του Ντονμπάς, αλλά από τα συμφέροντα της ρωσικής αστικής τάξης, που επιδιώκει να αναδείξει ξανά τον ρόλο της Ρωσίας ως ισχυρής δύναμης. Η κίνηση αυτή του Πούτιν γίνεται για να υπερασπίσει τα συμφέροντα εθνικής ασφάλειας της καπιταλιστικής Ρωσίας: μιας επιθετικής και αντιδραστικής δύναμης με περιφερειακές ιμπεριαλιστικές φιλοδοξίες, που έχουμε δει να εκφράζεται στη Γεωργία, στη σύγκρουση Αρμενίας-Αζερμπαϊτζάν, τη Λευκορωσία και το Καζακστάν, καθώς και την΄επέμβασή της στη Συρία. Έχει επίσης να κάνει με την ανάγκη του Πούτιν να στηρίξει τη δημοτικότητά του στο εσωτερικό – η οποία έχει μειωθεί ως συνέπεια των αυξανόμενων κοινωνικών προβλημάτων και των αυξανόμενων επιπέδων φτώχειας στη Ρωσία.
 
Γιατί το έκανε αυτό ο Πούτιν;

Τα κίνητρα και οι φιλοδοξίες του Πούτιν είναι ξεκάθαρα. Στην επιστολή του προς το ΝΑΤΟ ζήτησε εγγυήσεις ασφαλείας για την Ρωσία στην Ευρώπη. Αυτά περιλάμβαναν εγγύηση ότι η Ουκρανία δεν θα ενταχθεί ποτέ στο ΝΑΤΟ, σταμάτημα των στρατιωτικών ασκήσεων στα σύνορα με τη Ρωσία και μη ανάπτυξη πυραύλων μεσαίου βεληνεκούς. Αυτή ήταν μια απάντηση στην επέκταση του ΝΑΤΟ προς ανατολάς μετά την κατάρρευση του σταλινισμού πριν από 30 χρόνια. Εκείνη την εποχή, η οικονομία της Ρωσίας καταστράφηκε και ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός αυτό το εκμεταλλεύτηκε για να εδραιώσει την παρουσία του στην Ανατολική Ευρώπη. Τώρα, η Ρωσία, που καταλαβαίνει τη σχετική πτώση της ισχύος της Ουάσιγκτον (ιδιαίτερα μετά την άδοξη απόσυρσή της από το Αφγανιστάν) ασκεί τις δικές της πιέσεις.

Η σχετική αδυναμία των ΗΠΑ αποκαλύφθηκε από την αρχή αυτής της σύγκρουσης. Παρά όλες τις συζητήσεις για μια «επικείμενη εισβολή», από την αρχή ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν κατέστησε σαφές ότι δεν θα δεσμεύσει αμερικανικά στρατεύματα στην Ουκρανία. Επίσης παλαιότερα είχαμε την αδράνεια της Δύσης μετά την προσάρτηση της Κριμαίας από την Ρωσία το 2014. Ο Πούτιν έλαβε το μήνυμα: μπορούσε να κάνει ό,τι ήθελε σχετικά με την Ουκρανία, με περιορισμένες συνέπειες, ορισμένες οικονομικές κυρώσεις, αλλά όχι στρατιωτικά αντίποινα.

Πρόκειται επομένως, κατά βάση, για μια αντιδραστική σύγκρουση μεταξύ δύο δυνάμεων. Από τη μία ο ιμπεριαλισμός των ΗΠΑ – ακόμη μακράν η πιο ισχυρή και αντιδραστική δύναμη στον πλανήτη – και οι σύμμαχοί του. Από την άλλη, έχουμε τις αντιδραστικές περιφερειακές ιμπεριαλιστικές φιλοδοξίες της Ρωσίας. Η εργατική τάξη του κόσμου δεν έχει τίποτα να κερδίσει από τη στήριξη κάποιας από αυτές τις δυνάμεις.

Από την αρχή, ο Πούτιν είχε προσπαθήσει να επιτύχει τους στόχους του χρησιμοποιώντας τη στρατιωτική δύναμη της Ρωσίας, συγκεντρώνοντας στρατεύματα στα σύνορα, πραγματοποιώντας κοινές στρατιωτικές ασκήσεις με τη Λευκορωσία, δοκιμάζοντας τους πυραύλους της κ.λπ., ενώ ταυτόχρονα επιχειρούσε, με κάποια επιτυχία, να επιδεινώσει τη διάσπαση μεταξύ των ΗΠΑ και των Ευρωπαίων συμμάχων τους στο Βερολίνο και το Παρίσι. Αξίζει να σημειωθεί ότι, στην τελευταία του κίνηση προειδοποίησε τον Γάλλο Πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν και τον Γερμανό καγκελάριο Όλαφ Σολτς, αλλά όχι τον Μπάιντεν.

Επέμενε ότι ήθελε διαπραγματεύσεις, με τους όρους του, και τη Δύση να ασκήσει πίεση στον Ουκρανό Πρόεδρο Ζελένσκι για να εφαρμόσει τις συμφωνίες του Μινσκ, που έγιναν το 2014 και το 2015. Όσον αφορά την Ουκρανία, αυτό θα ήταν το προτιμώμενο αποτέλεσμα. Οι συμφωνίες του Μινσκ προβλέπουν ότι οι Λαϊκές Δημοκρατίες του Ντόνετσκ και του Λουγκάνσκ θα παραμείνουν μέρος της Ουκρανίας, ενώ θα έχουν ειδικό αυτόνομο καθεστώς. Αυτό θα έδινε στον Πούτιν ένα μόνιμο μοχλό πίεσης στο εσωτερικό της χώρας. Υπολόγιζε επίσης πως εάν ο Ζελένσκι συμφωνούσε με αυτούς τους όρους (τους οποίους είχε υπογράψει ο Ποροσένκο όταν κατέρρευσε η επίθεσή του κατά του Ντονμπάς), θα ερχόταν αντιμέτωπος με την οργή των ακροδεξιών εθνικιστών και των στρατιωτικών τους ταγμάτων που ίσως να οδηγούσαν και στην πτώση της κυβέρνησής του.

Παρεμπιπτόντως, αυτό δείχνει ότι, για τον Πούτιν, οι Λαϊκές Δημοκρατίες είναι απλώς «ψιλά» που είναι έτοιμος να θυσιάσει με την πρώτη ευκαιρία για να πετύχει τους στόχους του. Ας μην ξεχνάμε ότι η εξέγερση στο Ντονμπάς το 2014 ήταν μέρος ενός ευρύτερου κινήματος, ως απάντηση της ανόδου στην εξουσία στην Ουκρανία μιας κυβέρνησης που υποστηρίχθηκε από νεοναζιστικές παραστρατιωτικές οργανώσεις και προωθούσε έναν ιδιαίτερα αντιδραστικό ουκρανικό εθνικισμό, βαθιά αντιρωσικό και εξυμνούσε τους συνεργάτες των Ναζί του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

Εκείνη την εποχή, κάθε είδους στοιχεία έδρασαν στις δύο ανατολικές δημοκρατίες, από κάποιους που δήλωναν ανοιχτά κομμουνιστές, μέχρι εκείνους των οποίων η ταυτότητα διαμορφώθηκε από τη σοβιετική αντίσταση ενάντια στους Ναζί, μέχρι κάποιους ανοιχτά αντιδραστικούς Μεγαλορώσους σοβινιστές με νοσταλγική διάθεση για τη Ρωσική Αυτοκρατορία.

Με την πάροδο του χρόνου, ωστόσο, οι Δημοκρατίες εξαρτήθηκαν πλήρως από τη Μόσχα, τόσο οικονομικά όσο και στρατιωτικά, με το ηγετικό προσωπικό τους να εκκαθαρίζεται από τα πιο ανεξάρτητα και πληβειακά στοιχεία. Όταν τους ζητήθηκε από τον Πούτιν, οι ηγέτες των δύο Δημοκρατιών διέταξαν την εκκένωση των αμάχων, μαζί με την κινητοποίηση όλων των ανδρών σε ηλικία μάχης, και στη συνέχεια ταξίδεψαν στη Μόσχα για να ζητήσουν την αναγνώριση, την οποία φυσικά ο Πούτιν αποδέχθηκε ταπεινά.

Έτσι, η αναγνώριση της «ανεξαρτησίας» τους από την Ρωσία δεν έχει νόημα, καθώς εξαρτώνται ήδη πλήρως από τη Μόσχα. Η μόνη πραγματική αλλαγή είναι ότι ο Πούτιν δήλωσε ότι δεν είναι πλέον μέρος της Ουκρανίας.
 
Τι άλλαξε;

Σε απάντηση στις απαιτήσεις του Πούτιν, οι Ηνωμένες Πολιτείες υιοθέτησαν μια πολεμική στάση, καταγγέλλοντας συνεχώς μια «επικείμενη» ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και αρνούμενοι να κάνουν οποιαδήποτε παραχώρηση στα αιτήματά του. Όταν είσαι ο μεγάλος νταής στην παιδική χαρά του σχολείου, δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι δείχνεις αδυναμία, διαφορετικά όλοι θα νιώσουν ότι μπορούν να αμφισβητήσουν τη θέση σου. Έτσι, ενώ ο Μπάιντεν ήταν απρόθυμος και ανίκανος να αντιμετωπίσει την Ρωσία με στρατιωτική δράση στην Ουκρανία, την ίδια στιγμή δε γινόταν να θεωρηθεί ότι έκανε παραχωρήσεις. Αυτό το αδιέξοδο ήταν που οδήγησε στην τρέχουσα κλιμάκωση.

Ο Πούτιν υπολόγισε ξεκάθαρα ότι, παρά την σκληρή ρητορική τους, οι δυτικοί ιμπεριαλιστές είναι ανίσχυροι να τον σταματήσουν. Η απάντηση της Δύσης μέχρι στιγμής ήταν η ανακοίνωση διαφόρων επιπέδων κυρώσεων στην Ρωσία. Οι κυρώσεις της ΕΕ στοχεύουν σε όποιον συναλλάσσεται με τις δύο αποσχισθείσες Δημοκρατίες. Το πρόβλημα φυσικά είναι ότι και τα 27 κράτη-μέλη της ΕΕ πρέπει να συμφωνήσουν, και υπάρχουν σαφώς διαφορετικές απόψεις μεταξύ τους, με χώρες όπως η Ιταλία, η Αυστρία και η Γερμανία, οι οποίες ανησυχούν πολύ για την προμήθεια φυσικού αερίου. Η Ρωσία προμηθεύει το 40% του φυσικού αερίου της ΕΕ και σε ολόκληρη την Ευρώπη υπάρχει ήδη αυξανόμενη δυσαρέσκεια και οργή για την τεράστια αύξηση των λογαριασμών ενέργειας που αντιμετωπίζουν εκατομμύρια άνθρωποι φέτος. Οι τελευταίες εξελίξεις ανεβάζουν ακόμη περισσότερο την τιμή του φυσικού αερίου, μαζί με αυτή και του αργού πετρελαίου, του οποίου η Ρωσία είναι σημαντικός παραγωγός.

Ο Βρετανός πρωθυπουργός Μπόρις Τζόνσον έχει πραγματική ανάγκη από απόσπαση της προσοχής από τα δικά του εσωτερικά προβλήματα, καθώς η δημοτικότητά του πέφτει κατακόρυφα στις δημοσκοπήσεις σε συνθήκες αυξανόμενης κοινωνικής δυσαρέσκειας. Έκανε πολύ θόρυβο για την υπεράσπιση της Ουκρανίας και τώρα ανακοίνωσε ότι η Βρετανία θα παγώσει τα περιουσιακά στοιχεία τριών Ρώσων ολιγαρχών, καθώς και ότι θα επιβάλει κυρώσεις σε πέντε ρωσικές τράπεζες.

Εν τω μεταξύ, ο Μπάιντεν ανακοίνωσε κυρώσεις που θα απαγόρευαν νέες επενδύσεις, εμπόριο και χρηματοδότηση από Αμερικανούς στις περιοχές στην Ουκρανία που βρίσκονται τώρα υπό τον έλεγχο των αυτονομιστών που υποστηρίζονται από την Ρωσία. Ωστόσο, ο Tόμας Γκράχαμ, διευθυντής του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας του Λευκού Οίκου για την Ρωσία υπό τον Τζορτζ Μπους, δήλωσε ότι αυτές οι κυρώσεις «…δεν πρόκειται να έχουν μεγάλο αντίκτυπο, αν όχι καθόλου», στο τι θα κάνει η Ρωσία στη συνέχεια. Θα έμοιαζαν πολύ με τις κυρώσεις που επιβλήθηκαν στην Ρωσία μετά την προσάρτηση της Κριμαίας το 2014, με παρόμοιο αντίκτυπο στον Πούτιν, δηλαδή πολύ μικρό!

Ο Πούτιν κατανοεί την αδυναμία του ουκρανικού καθεστώτος. Τώρα όμως που έστειλε δυνάμεις στις δύο Δημοκρατίες, τι θα γίνει; Είναι δύσκολο να πούμε ποιες θα είναι οι επόμενες κινήσεις. Ο πόλεμος είναι η πιο περίπλοκη εξίσωση και μόλις ξεκινήσει κανείς δεν μπορεί να πει ποιο θα είναι το τελικό αποτέλεσμα. Ο Πούτιν θα πρέπει να κάνει απολογισμό σε κάθε στροφή των γεγονότων και να υπολογίζει ανάλογα την επόμενη κίνησή του.

Σε προηγούμενα άρθρα θεωρήσαμε ότι ο πόλεμος μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας είναι η λιγότερο πιθανή προοπτική. Τι άλλαξε λοιπόν; Ο Πούτιν υπολόγιζε ότι οι ΗΠΑ και οι Ευρωπαίοι θα έκαναν παραχωρήσεις αντί να αντιμετωπίσουν την πιθανότητα ενός εξαιρετικά αποσταθεροποιητικού πολέμου στην Ευρώπη. Πίεζε να εφαρμοστεί η συμφωνία του Μινσκ. Αλλά η συμμαχία του ΝΑΤΟ, που κυριαρχείται από τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό, όπως είδαμε, αποδείχθηκε ανίκανη να κάνει πίσω και να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του Πούτιν. Κατά την άποψή τους, οποιεσδήποτε παραχωρήσεις τώρα θα ενίσχυαν τη Ρωσία, το οποίο είναι ακριβώς αυτό που θέλουν να αποφύγουν. Οι Ηνωμένες Πολιτείες ειδικότερα αρνούνταν να υποχωρήσουν στο ζήτημα της επέκτασης του ΝΑΤΟ.

Αυτό έφερε τον Πούτιν στη θέση είτε να ενεργήσει σύμφωνα με τις απειλές του είτε να αποσυρθεί. Οι προηγούμενες απειλές του είχαν αποτύχει, οπότε η μόνη του επιλογή ήταν να ανεβάσει την ένταση και να βρει τη δικαιολογία που χρειαζόταν για να στείλει στρατεύματα στις δύο αποσχισθείσες Δημοκρατίες. Το πλεονέκτημα που έχει στην αποστολή δυνάμεων στις δύο Δημοκρατίες είναι ότι πολλοί από τους ανθρώπους εκεί θα καλωσορίσουν τα ρωσικά στρατεύματα. Και μόλις καταληφθούν, θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει την παρουσία του στην επικράτεια για να διαπραγματευτεί από μια ισχυρότερη θέση. Αν ο Πούτιν εισέβαλλε σε ολόκληρη την Ουκρανία, ωστόσο, θα μπορούσε κάλλιστα να αποδειχτεί ότι θα ήταν καταστροφικό γι’ αυτόν, γιατί θα αντιμετώπιζε έναν ολόκληρο λαό που αντιτίθεται στην κυριαρχία της Ρωσίας.
 
Όχι στον πόλεμο! Ο εχθρός είναι εντός των συνόρων!

Είναι σαφές ότι ο Πούτιν πίεζε τη Δύση να καθίσει στο τραπέζι και να κάνει τις παραχωρήσεις που απαιτούσε, αλλά η Δύση – ιδίως οι Ηνωμένες Πολιτείες, με την υποστήριξη των πιστών της ακολούθων στη βρετανική κυβέρνηση, αρνήθηκαν. Αυτό εξηγεί γιατί, τελικά, ο Πούτιν αποφάσισε ότι δεν είχε άλλη επιλογή από το να αυξήσει το επίπεδο της έντασης. Θα περιοριστεί στη διατήρηση των εδαφών των δύο αποσχισμένων Δημοκρατιών ή θα πιέσει περαιτέρω την Ουκρανία;

Ο Λεονίντ Καλάσνικοφ, επικεφαλής της Επιτροπής της Κρατικής Δούμας για τις Υποθέσεις της Κοινοπολιτείας Ανεξάρτητων Κρατών, επεσήμανε ότι οι Λαϊκές Δημοκρατίες του Λουγκάνσκ και του Ντόνετσκ έχουν αναγνωριστεί και πρέπει να έχουν κυριαρχία στις περιοχές τους, ωστόσο οι αυτονομιστές ελέγχουν μόνο ένα μέρος αυτών των περιοχών. Ως εκ τούτου, θα μπορούσαν να ισχυριστούν ότι η κρατική τους ιδιότητα εκτείνεται στα υπόλοιπα εδάφη. Ο Καλάσνικοφ δήλωσε ότι «το πώς θα αποκατασταθούν αυτά τα σύνορα δεν προβλέπεται σε αυτή τη συμφωνία. Το τι θα κάνουν η LPR και η DPR για αυτό δεν είναι πλέον αρμοδιότητά μας».

Αυτό αφήνει σαφώς ανοιχτή την επιλογή της επέμβασης πέρα ​​από τα σημερινά αποσχισμένα εδάφη, ανοίγοντας το πιθανό σενάριο μιας άμεσης σύγκρουσης μεταξύ ουκρανικών και ρωσικών δυνάμεων. Η Δύση έχει ήδη αρχίσει να επιβάλλει κυρώσεις, οπότε τι άλλο θα μπορούσε να κάνει το ΝΑΤΟ εάν ο Πούτιν πιέσει περαιτέρω την Ουκρανία για να ανατρέψει το παρόν καθεστώς; Από καθαρά στρατιωτική άποψη, η Ρωσία θα μπορούσε να νικήσει την Ουκρανία πολύ εύκολα και καμία ευρωπαϊκή δύναμη δεν έχει εκφράσει την πρόθεση να εμπλακεί με τους δικούς της στρατιώτες. Όμως, ενώ υπάρχει συμπάθεια για την παρουσία των ρωσικών δυνάμεων μεταξύ του λαού των αποσχισμένων Δημοκρατιών, θα ήταν ένα πολύ διαφορετικό σενάριο για τον Πούτιν εάν επρόκειτο να προχωρήσει στην καρδιά της Ουκρανίας όπου θα συναντούσε ευρεία και μαζική αντίσταση.

Η κυβέρνηση του Κιέβου θα δεχθεί τώρα τεράστια πίεση. Από την μεριά της, το έδαφος της Ουκρανίας έχει επισήμως δεχθεί εισβολή, αλλά δεν μπορεί να κάνει πολλά. Η Κριμαία προσαρτήθηκε πριν από οκτώ χρόνια και παραμένει μέρος της Ρωσικής Ομοσπονδίας, παρά τις κυρώσεις που επιβλήθηκαν στην Ρωσία. Την τελευταία φορά που το Κίεβο διεξήγαγε πόλεμο στο Ντονμπάς, ηττήθηκε και κανείς δεν το βοήθησε. Η Ουκρανία ζήτησε μια επείγουσα συνεδρίαση του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ, αλλά είναι αμφίβολο ότι αυτό το όργανο θα εκδώσει ακόμη και μια καταγγελία για τις ενέργειες της Ρωσίας, δεδομένου ότι η Ρωσία έχει το δικαίωμα αρνησικυρίας σε αυτό. Εν τω μεταξύ, η ανικανότητα του Ζελένσκι θα μπορούσε να ρίξει την αδύναμη κυβέρνησή του κάποια στιγμή.

Επιπρόσθετα άλλο ένα στοιχείο που έδειξε για άλλη μια φορά την αδυναμία του αμερικανικού ιμπεριαλισμού ήταν η απομάκρυνση όλου του εναπομείναντος προσωπικού του Στέιτ Ντιπάρτμεντ από την Ουκρανία και η μεταφορά της πρεσβείας της από την Ουκρανία, η οποία είχε ήδη μεταφερθεί από το Κίεβο στο Λβιβ, στην Πολωνία! Πρέπει να ήταν πολύ καθησυχαστικό για τον Ζελένσκι να βλέπει πόσο πρόθυμα ήταν τα αφεντικά του στην Ουάσιγκτον να υπερασπιστούν την Ουκρανία από την ρωσική επιθετικότητα.

Αυτό που είναι ξεκάθαρο είναι ότι ο στόχος του Πούτιν, τελικά, παραμένει ο ίδιος: να αναγνωριστεί η Ρωσία ως περιφερειακή δύναμη και να της δοθούν εγγυήσεις ότι οι γειτονικές χώρες δεν θα αποτελούν απειλή για τα συμφέροντά της. Είναι απίθανο να εγκαταλείψει το έδαφος των Δημοκρατιών του Ντόνετσκ και του Λουγκάνσκ τώρα που έχει εισβάλει, αλλά θα μπορούσε να προχωρήσει περισσότερο. Αυτή είναι μια συνεχιζόμενη κατάσταση που θα πρέπει να παρακολουθείται στενά.

Από τη σκοπιά της εργατικής τάξης της Ουκρανίας και της Ρωσίας, τίποτα δεν έχει λυθεί και τίποτα δεν έχει κερδηθεί. Όταν ο Πούτιν είπε ότι η Ουκρανία ήταν δημιούργημα του Λένιν, δεν είχε δίκιο, φυσικά, καθώς η περίπλοκη εθνική ταυτότητα της Ουκρανίας υπήρχε πριν από το 1917. Αλλά ήταν η προσεκτική πολιτική του Λένιν για την εθνική αυτοδιάθεση – ένα ζήτημα για το οποίο συγκρούστηκε με τον Στάλιν – που επέτρεψε την ένωση της Σοβιετικής Ουκρανίας με τη Σοβιετική Ρωσία σε ισότιμη εθελοντική βάση, όπως αναγνωρίστηκε στην ίδρυση της ΕΣΣΔ το 1922, ακριβώς πριν από 100 χρόνια. Μόνο με αυτήν την έννοια, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η Ουκρανία, με τα σημερινά της σύνορα, δημιουργήθηκε από τον Λένιν, και τώρα έχει καταστραφεί από αντιδραστικούς Ουκρανούς εθνικιστές που ήρθαν στην εξουσία μετά το Ευρωμαϊντάν.

Οι εργαζόμενοι της Ουκρανίας και της Ρωσίας συνδέονται με ισχυρούς ιστορικούς δεσμούς, αν και αυτοί έχουν αποδυναμωθεί από το δηλητήριο του αντιδραστικού ουκρανικού εθνικισμού και του μεγαλορωσικού σωβινισμού, ιδιαίτερα από το 2014 και μετά. Η χώρα είναι βυθισμένη στον εμφύλιο πόλεμο και εκατομμύρια έχουν αναγκαστεί να μεταναστεύσουν λόγω της οικονομικής κρίσης.

Ο μόνος δρόμος για την εργατική τάξη είναι η ανατροπή της παρασιτικής καπιταλιστικής ολιγαρχίας, που κυβερνά τη χώρα ως ιδιωτικό φέουδό της τα τελευταία 30 χρόνια, και η απαλλοτρίωση του πλούτου της. Μόνο στη βάση μιας εργατικής εξουσίας μπορεί η Ουκρανία να είναι πραγματικά ελεύθερη και η εργατική τάξη να ενωθεί ανεξάρτητα από τις γλωσσικές και εθνικές διαφορές σε μία εθελοντική βάση.

Το κύριο καθήκον των εργαζομένων στη Δύση είναι να αντιταχθούν στις δικές τους αντιδραστικές ιμπεριαλιστικές άρχουσες τάξεις, που πυροδοτούν τις φλόγες της σύγκρουσης. Το κύριο καθήκον των εργαζομένων στην Ρωσία είναι να αντιταχθούν στη δική τους αντιδραστική άρχουσα τάξη, η οποία βρίσκεται πίσω από τις περιφερειακές φιλοδοξίες του Πούτιν. Το κύριο καθήκον των εργατών της Ουκρανίας είναι να αντιταχθούν στη δική τους καπιταλιστική ολιγαρχία, η οποία έχει βυθίσει τη χώρα σε εμφύλια σύγκρουση, ενώ η ίδια φυγαδεύει τα πλούτη της στο εξωτερικό.

Χόρχε Μάρτιν και Φρεντ Γουέστον, 22 Φεβρουαρίου 2022

Μετάφραση από την ιστοσελίδα www.marxist.com: Ηλίας Κυρούσης

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου