ΠΑΝΘΗΡΑΣ * 29

* ΑΝΤΙΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ * η απελευθέρωση της εργατικής τάξης είναι έργο της ίδιας..............Karl Marx * Για επικοινωνία : thanasis.ane@gmail.com

Παρασκευή, 1 Απριλίου 2016

3η Εθνική Συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ / του Τ. Αναστασιάδη

Το παρακάτω άρθρο γράφτηκε (στα γαλλικά) ως ενημέρωση προς το NPA της Γαλλίας και την LCR-SAP του Βελγίου (στις αντίστοιχες ιστοσελίδες αυτών των οργανώσεων) και μεταφράστηκε στα αγγλικά για το International Viewpoint.

του Τάσου Αναστασιάδη

3η εθνική συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ

Η 3η συνδιάσκεψη της ελληνικής αντικαπιταλιστικής αριστεράς, που διοργανώθηκε σχεδόν 3 χρόνια μετά την προηγούμενη, αποτελούσε ταυτόχρονα και στοίχημα και διακύβευμα και μάλιστα για λόγους τόσο ουσίας, στρατηγικούς, όσο και οργανωτικούς.

Και πρώτα-πρώτα οι αριθμοί: κάπου 900 αντιπρόσωποι, με έναν τρόπο εκλογής τους ανά τρεις, σημαίνει ότι κοντά 3.000 παραμένουν οργανωμένοι στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ, σχεδόν όσοι και πριν από 3 χρόνια, ενώ θα μπορούσαμε να πούμε ότι τουλάχιστον 2.000 είναι τα ενεργά μέλη.



Οι αριθμοί αυτοί έχουν μια σημασία, γιατί πρέπει να πάρει κανείς υπόψη του ότι πέρυσι το καλοκαίρι, μετά την ήττα του ΣΥΡΙΖΑ, υπήρξε διάσπαση στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ, με δύο από τις οργανώσεις που την είχαν συγκροτήσει (τις ΑΡΑΝ και ΑΡΑΣ) να την εγκαταλείπουν για να ενταχθούν στη Λαϊκή Ενότητα (ΛΑΕ). Μπορούμε, επομένως, να πούμε ότι η τωρινή συνδιάσκεψη έγινε ακριβώς μετά από μια κρίση και μια ήττα, στο μέτρο που η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν μπόρεσε να προσελκύσει τις αριστερές διασπάσεις του ΣΥΡΙΖΑ ενώ, μάλιστα, υπέστη η ίδια απώλειες από αυτές! Παρά τις απώλειες του καλοκαιριού, οι αριθμοί δείχνουν ότι ένα σημαντικό τμήμα των αγωνιστών του εργατικού και κοινωνικού κινήματος παραμένει οργανωμένο στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Το ίδιο διαφαίνεται και από τις τελευταίες δημοσκοπήσεις: η Λαϊκή Ενότητα, με τους προβεβλημένους τέως υπουργούς και ηγέτες της, καταγράφει περίπου 2%, ενώ η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, με πολύ λιγότερο (ή και καθόλου) προβεβλημένη ηγεσία, έχει κάπου 1,5%... Αλλά το πιο σημαντικό είναι ότι το πλαίσιο συζήτησης και συνεύρεσης όλων αυτών των αγωνιστών παραμένει πολύ ενωτικό και πολυτασικό, όπως το απέδειξαν οι συζητήσεις της συνδιάσκεψης!

Στο κέντρο των συζητήσεων δεν βρέθηκαν τόσο, αυτή τη φορά, προγραμματικά ζητήματα ως τέτοια (Ευρωπαϊκή Ένωση, ευρώ, μεταβατικό πρόγραμμα, κλπ.), όσο το ζήτημα που θα μπορούσε να αποκληθεί των «συμμαχιών», δηλαδή του πώς να αγωνιστούμε μέσα σε μια τάξη και σε ένα εργατικό κίνημα που γνώρισε μια θεαματική ήττα του «ήπιου» (ρεφορμιστικού) δρόμου απέναντι στην καπιταλιστική βαρβαρότητα, ενώ δεν γνώρισε ούτε ξεπέρασμα του τύπου «Ιούνη του '36», αλλά ούτε και γενική ήττα, όπως το απέδειξαν για παράδειγμα η τελευταία μεγάλη κινητοποίηση της 4ης του Φλεβάρη -ανάλογη των κινητοποιήσεων του 2010-2012- αλλά και η έμπρακτη αλληλεγγύη υπέρ των προσφύγων.

Στο συνέδριο υπήρξε αληθινή συζήτηση για αυτό το ζήτημα, έστω και αν πέρασε μέσα από πολλά κανάλια, γύρω από διάφορα θέματα, κυρίως γύρω από το οργανωμένο εργατικό κίνημα και την απεύθυνση προς τις δυνάμεις που φεύγουν από τον ΣΥΡΙΖΑ (αλλά και προς το ΚΚΕ), καθώς και για τον τωρινό χαρακτηρισμό του ΣΥΡΙΖΑ.

Προσπαθώντας να συμπυκνώσουμε τις γενικές γραμμές των απαντήσεων που προτάθηκαν, πέρα από αποχρώσεις και από εσωτερικές διαφοροποιήσεις, θα μπορούσαμε να πούμε ότι τρία μπλοκ σχηματίστηκαν μέσα στη συνδιάσκεψη.

Μια πρώτη απάντηση διαμορφώθηκε γύρω από το ΝΑΡ (παλαιότερη διάσπαση της ΚΝΕ και κύρια ελληνική επαναστατική οργάνωση) και τη μειοψηφία της ΑΡΑΝ που παρέμεινε στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Η συνιστώσα αυτή πήρε τελικά τη σχεδόν συντριπτική πλειοψηφία των συνέδρων (πάνω από 60% των ψήφων). Η ανάλυσή της περιγράφει μια κατάσταση σχετικής οπισθοχώρησης της εργατικής τάξης και ως προοπτική το καθήκον να προσπαθήσουμε να ξαναωθήσουμε το εργατικό κίνημα έως και με καλέσματα και με δράσεις άμεσου ξεπεράσματος της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας, η οποία αναλύεται ως προδοτικός μηχανισμός που αναγνωρίζεται ως τέτοιος από τις μάζες. Σε αυτή την ανάλυση, το ερώτημα των μετώπων, έως και πολιτικών, είναι κρίσιμο ιδιαίτερα απέναντι στις ρήξεις από τον ΣΥΡΙΖΑ που αρνήθηκαν την υποταγή του, χωρίς να βγάλουν σαφείς προγραμματικές απαντήσεις: πρόκειται κυρίως για την Λαϊκή Ενότητα (ΛΑΕ), που απλώς πρόσθεσε στο πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ την ανάγκη νομισματικής ρήξης (και μάλιστα μάλλον μετά από διαπραγμάτευση). Αλλά η αναγκαία απεύθυνση προς αυτά τα ρεύματα παραμένει συγκεχυμένη στους τρόπους διεξαγωγής της, στο μέτρο που προϋποθέτει, χωρίς να το παραδέχεται και με σαφήνεια, μια προγραμματική προσαρμογή, η οποία θεωρείται αναγκαία στο μέτρο που τα ρεύματα αυτά δεν κολυμπούν αναγκαστικά σε έναν καθαρό ή συνεπή αντικαπιταλισμό!

Μια δεύτερη απάντηση διαμορφώθηκε γύρω από το ΣΕΚ (ελληνικό ρεύμα της IST). Αυτήν την υιοθέτησε περίπου το ένα τέταρτο των συνέδρων, με μια επιχειρηματολογία «ενιαίου εργατικού μετώπου», δηλαδή συστηματικής απεύθυνσης προς τις συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες και προς τα ριζοσπαστικοποιημένα τμήματα αγωνιστών. Η απάντηση αυτή, όσο «κλασική» και να είναι γενικά, προσκρούει σε αληθινά προβλήματα στη σημερινή κατάσταση, χωρίς να ξεχνάμε και μια συζητήσιμη ανάλυση του ΣΕΚ για συνεχή και σταθερή άνοδο της εργατικής τάξης: πράγματι, ακόμα και αν δεν είναι θεωρητικά λάθος, δεν είναι απλό να θεωρηθεί απλώς ως «ρεφορμιστικό» ένα κυβερνητικό κόμμα όπως ο ΣΥΡΙΖΑ που εφαρμόζει μια από τις πιο βίαιες επιθέσεις κατά της εργατικής τάξης. Και δεύτερον, οι επιθέσεις, εδώ και 5 χρόνια, ενάντια στο εργατικό κίνημα, έχουν ήδη πλήρως απονομιμοποιήσει, αποσταθεροποιήσει και ακόμα και αποδιοργανώσει τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία και, ακόμα περισσότερο, την πραγματική βάση των συνδικάτων. Σε αυτό το μέτρο είναι που μια αφηρημένη απεύθυνση προς τις εργατικές οργανώσεις, αν δεν είναι απλώς για να καταγγελθούν, κινδυνεύει τουλάχιστον να σπείρει αυταπάτες: αυτή, πάντως, ήταν η κριτική όσων εναντιώθηκαν στην ανάλυση αυτή.

Η τρίτη τάση διαμορφώθηκε γύρω από την «Πρωτοβουλία για μια επαναστατική ΑΝΤΑΡΣΥΑ», γύρω από την ΟΚΔΕ-Σπάρτακος (ελληνικό τμήμα της 4ης Διεθνούς). Εγκρίθηκε από περίπου το 8% των συνέδρων. Στην πραγματικότητα, η απάντηση της Πρωτοβουλίας συνίσταται στην άρνηση κάθε ενωτικής πολιτικής, εκτός της συνύπαρξης στους δρόμους, και στη συστηματική προβολή των αντικαπιταλιστικών λύσεων. Φαίνεται, εξάλλου, ότι το ουσιαστικό τμήμα των αγωνιστών της «Πρωτοβουλίας» (πέρα από τα μέλη της ΟΚΔΕ-Σπάρτακος) συσπειρώθηκε γύρω από αυτή την πρόταση επαναστατικής αναδίπλωσης ακριβώς ως απόρροια του μαθήματος των τελευταίων τριών ετών, κατά τα οποία η ΑΝΤΑΡΣΥΑ, ως τέτοια, έχασε πολύ ενέργεια στο να προσπαθεί να προσαρμοστεί σε πολιτικές «συμμαχίες» με «ριζοσπαστικές» (και όχι καθαρά αντικαπιταλιστικές) δυνάμεις, κάτω από την πίεση απαισιόδοξων αναλύσεων (κυρίως της ΑΡΑΝ και της ΑΡΑΣ, αλλά και ενός τμήματος του ΝΑΡ) σύμφωνα με τις οποίες η κατάσταση σχετικής αναμονής της εργατικής τάξης, μολυσμένη από τις κοινοβουλευτικές αυταπάτες προς τον ΣΥΡΙΖΑ, θα απαιτούσε μεταβατικά στάδια, ιδιαίτερα εθνικά, στην ανατροπή του καπιταλισμού και ακόμα και απλώς στην ανατροπή των πολιτικών λιτότητας. Εξάγοντας από αυτόν τον αρνητικό απολογισμό της αναζήτησης προγραμματικών συμμαχιών της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ριζοσπαστικά συμπεράσματα άρνησης κάθε συνεργασίας με οποιονδήποτε, οι σύντροφοι της «Πρωτοβουλίας» ευθυγραμμίστηκαν παραδόξως με αρκετές πλευρές της ανάλυσης της πρώτης τάσης, ιδιαίτερα σε σχέση με τη συνδικαλιστική δουλειά.

Επιπλέον από τα ζητήματα «συμμαχιών» ή απεύθυνσης, υπήρξε και άλλο ένα ζήτημα που διαχώρισε έντονα τη συνδιάσκεψη (σε δύο μπλοκ αυτή τη φορά) και που μπορεί να μοιάζει οργανωτικό αλλά έχει μια πολύ πολιτική εμβέλεια: είναι ο τρόπος λήψης αποφάσεων και ο τύπος εκλογής των ηγεσιών. Στο πρώτο θέμα, το σύστημα λήψης αποφάσεων δεν άλλαξε και διατηρεί, επομένως, τα διαφορετικά επίπεδα απόφασης στα «σημαντικά» που απαιτούν δύο τρία και στα υπόλοιπα, απλής πλειοψηφίας, συν την αναζήτηση συναίνεσης. Στον τύπο εκλογής των ηγεσιών, δεν υπήρξε ούτε εδώ τυπικά αλλαγή, όμως η άρνηση της αναλογικής από την πλειοψηφία των συνέδρων οδήγησε αυτή τη φορά, αθέλητα, σε αποκλεισμό από την ηγεσία της τρίτης τάσης, κατάσταση που η ΑΝΤΑΡΣΥΑ προσπαθεί να διορθώσει... εκ των υστέρων!

Η κατάσταση αυτή υλοποιεί μια απλή απόδειξη της ανάγκης δημοκρατικών διαδικασιών, πέρα από φόρμουλες. Επιπλέον, αγγίζει ένα άλλο ζήτημα, της ύπαρξης ενός τμήματος αγωνιστών που δεν είναι οργανωμένοι και που αναγκάζονται, από το σύστημα λήψης αποφάσεων, να συνεργάζονται με μηχανισμούς, λειτουργία που δεν είναι καθόλου ελκυστική, ούτε καν στο επίπεδο των οργανώσεων βάσης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Η συνειδητοποίηση της πλευράς αυτής θα μπορούσε να συμβάλει στο να διορθωθεί η πραγματική λειτουργία της ελληνικής αντικαπιταλιστικής αριστεράς.

Γιατί στην ουσία, δεν πρόκειται για οργανωτικά ή έστω για λειτουργικά ζητήματα της αντικαπιταλιστικής αριστεράς. Η ουσία είναι τα καθήκοντα και το βάρος αυτής της οργανωμένης δύναμης στο να βοηθήσει πραγματικά την εργατική τάξη να προχωρήσει και σε αυτό είναι που τα ζητήματα λειτουργίας και τα ενωτικά ερωτήματα αποκτούν το αληθινό τους νόημα. Ξέρουμε από εμπειρία ότι σε πολλές κρίσιμες περιπτώσεις, οι αγωνιστές της αντικαπιταλιστικής αριστεράς έπαιξαν καταλυτικό ρόλο. Όχι μόνο σε «μικρές» μάχες (σε εργοστάσια, κλάδους ή τοπικά), αλλά και στις κεντρικές μάχες, ο ρόλος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ ήταν κρίσιμος για την οργάνωση της πάλης κατά του φασισμού, για την αλληλεγγύη με τους μετανάστες και τους πρόσφυγες, ή ακόμα και για την αρχική ώθηση του κινήματος του «Όχι» στο δημοψήφισμα. Αλλά επίσης είδαμε ότι ούτε το βάρος της αριστεράς αυτής ούτε οι παραδειγματικές της δράσεις δεν άρκεσαν για να εμποδιστεί μια απογοήτευση απέναντι στις προδοσίες ή στις πολιτικές ήττες.

Ο λόγος είναι ότι απέναντι υπάρχει ένα σύστημα, ένας καπιταλισμός, του οποίου η ανισομερής κρίση συνεχίζει και ενισχύεται στον αδύναμο κρίκο του, στην Ευρώπη είναι η Ελλάδα, και από μια πολεμική και προσφυγική κρίση. Οι μάχες που χάνονται ασφαλώς απογοητεύουν, αλλά και χρησιμεύουν για να παρθούν καλύτερα υπόψη τα πραγματικά διακυβεύματα και οι δυσκολίες. Η αντικαπιταλιστική πτέρυγα του εργατικού κινήματος πρέπει να έχει μια καθαρή ματιά, αλλά δεν αρκεί να την εξηγεί λεκτικά: κυρίως πρέπει να τη μεταφράσει σε ενωτικούς μοχλούς κινητοποίησης της τάξης για να κερδίσει σε αυτή την κατανόηση την πιο πλατιά συμφωνία. Μέσα στη χώρα, αλλά και στις άλλες, στο μέτρο που τα προβλήματα και οι επιθέσεις αλληλοσυμπλέκονται, όπως το βλέπουμε σήμερα με τους πρόσφυγες.

Αθήνα, 15 Μαρτίου 2016 
Μετάφραση από τα γαλλικά: Τάσος Αναστασιάδης 
Πηγή: Tassos Anastassiadis, «Troisième conférence nationale d’Antarsya (5-6 mars 2016)», NPA, 16 Μαρτίου 2016 και LCR la gauche, 22 Μαρτίου 2016. Στα αγγλικά: «The Third National Conference of Antarsya», International Viewpoint, 28 Μαρτίου 2016.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου